Αναμνήσεις απο το χωριό.... Γενικά Ταξίδι στον χρόνο 

Παντελής Ε. Παντελέλης (1910 – 1989)

Γεννήθηκε στο Μπορό (Νεοχώρι) το 1910. Ο πατέρας του Στρατής καταγόταν από το Παλαιοχώρι, οργανοπαίχτης μουσικός ο ίδιος, στο βιολί και το σαντούρι. Μόλις μεγάλωσε γύρω δεκατεσσάρων χρονών ο πατέρας του τον έβαλε να μάθει όργανο και επειδή ο ίδιος έπαιζε βιολί τον έπεισε σαν νέος που ήταν να μάθει σαντούρι για να κάνουν δική τους κομπανία. Καθώς ανέφερε ο ίδιος τον έστειλε ο πατέρας του και σε άλλο δάσκαλο μουσικό της εποχής κάπου στο Σκόπελο της Γέρας, αλλά δεν έκατσε πολύ γιατί ήταν μακριά.

Σαντούρι καλά έμαθε κοντά στο πατέρα του και στο Σκόπελο. Γύρω στα 1926 με ΄27 έπαιζε πια σε κομπανία Μποριανή με τον πατέρα του βιολί και ο ίδιος σαντούρι. Έπαιζαν επαγγελματικά πια στα πανηγύρια, στους γάμους και σε άλλες εκδηλώσεις κοινωνικές, οικογενειακές μέσα στο Μπορό, στα διπλανά χωριά, ακόμα και στα «ίσια όξω» χωριά Βρισά-Βασιλικά.

Στα 1936 παντρεύτηκε και λίγο μετά το γάμο πήγαν και έμεναν περίπου ένα χρόνο στην Αγία-Παρασκευή, χωριό φημισμένο για τα γλέντια και τις διασκεδάσεις και πλούσιο. Εκεί έπαιζαν με τα ξαδέλφια του από το Παλαιοχώρι κομπανία ξεχωριστή και ξακουστή «τα Παντελέλια».

Στον πόλεμο του ΄40 βρέθηκε στην Αλβανία, στο «Τραπεζοειδές». Μέτα την υποχώρηση του Ελληνικού Στρατού, επιστρέφει με πολλές δυσκολίες στο χωριό και παίρνει μέρος κατά τη διάρκεια της Κατοχής στην Εθνική Αντίσταση μαζί με πολλούς συγχωριανούς του σαν μέλος του ΕΑΜ. Αναμνηστικό δίπλωμα με μετάλιο τιμής Εθνικής Αντίστασης 1941-1945 του χορηγήθηκε από το υπουργείο Εθνικής Άμυνας το 1998. Το 1941 χάνει τον πατέρα του και από τότε κάνει όλες τις δουλειές, αγροτικές, μάστορας στα ελαιοτριβεία και τη μουσική από κοντά. Τα γλέντια και οι διασκεδάσεις καλά κρατούσαν καμιά εικοσαετία, δούλευαν καλά μέχρι που βγήκαν τα «πικ-απ» και τα ηλεκτρόφωνα γύρω στο1965-1970. Τα ηλεκτρικά μπουζούκια και τα άλλα παρόμοια, παραγκώνισαν λίγο τα παραδοσιακά όργανα, βιολιά-σαντούρια και φυσερά-χάλκινα και οι ντόπιες κομπανίες σχεδόν σταμάτησαν-που και κανένα πανηγύρι ή ντόπιος γάμος να παίξουν και αυτοί. Το σαντούρι το έπαιζε μέχρι και το 1985 περίπου με μεγάλα διαστήματα ανάπαυλας και αναδουλειάς. Αρρώστησε το 1989 και πέθανε.

Οι ντόπιοι οργανοπαίχτες γενικά, άφησαν ένα έργο θα το έλεγα προσωπικό. Έπαιζαν με ένα δικό τους τρόπο και ύφος προσωπικό. Στο σαντούρι ή στο βιολί που ήταν τα κατ’ εξοχήν όργανα της κομπανίας, παρουσιάζει ο κάθε οργανοπαίχτης το δικό του χρώμα και το δικό του προσωπικό ύφος.

Ακούγοντας ένα κομμάτι γνωρίζεις απ’ ευθείας ποιος παίζει. Είναι η ψυχή του, είναι αυτό που έχει αφήσει πίσω του φεύγοντας.

πηγή

Related posts